Σε ό,τι αφορά τα στεροειδή, ανέφερε την dexamethazone (6mg/d) και την methylprednizolone (32mg/d) για 6 έως 10 ημέρες, όπου οι δόσεις μπορεί να αυξάνονται σε περιπτώσεις παχυσάρκων ασθενών.
… … …
Ενώ όμως σε ό,τι αφορά τα ενέσιμα αντιθρομβωτικά (τα οποία μπορούν κάλλιστα να χορηγούνται και εκτός νοσοκομείου) δεν υπάρχει καμία επιφύλαξη για την άμεση και εξαρχής χορήγηγή τους, για τα κορτικοστεροειδή η τρέχουσα εμπειρία είναι ότι με την κατασταλτική επίδρασή τους στο ανοσοποιητικό μπορεί να κάνουν περισσότερο κακό από καλό αν χορηγηθούν σε ασθενή με ήπια συμπτώματα τις πρώτες μέρες της νόσου.
Υπέβαλα γραπτώς ένα σχετικό ερώτημα «πότε πρέπει να ξεκινά η χορήγηση κορτικοστεροειδών; Ευθύς εξαρχής ή μήπως όταν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ταχείας επιδείνωσης με πνευμονία και πτώση του οξυγόνου στο αίμα;». Και αυτό διότι στις ελάχιστες περιπτώσεις COVID-19 που αντιμετώπισα κλινικά, μόνο σε μία (από 4) έδωσα στεροειδές και μόνο όταν είχα σαφείς ενδείξεις επιδείνωσης από το κατώτερο αναπνευστικό με μείωση του κορεσμού O2 κάτω από 70%.
Η ερώτηση δεν απαντήθηκε (χωρίς να ευθύνεται γι’ αυτό η κ. Γκάγκα) και έτσι κατέφυγα στη βιβλιογραφία, η οποία ευτυχώς έδωσε πειστικές απαντήσεις [1].
Σύμφωνα μ’ αυτήν η χρήση κορτικοστεροειδών μπορεί να επιδεινώσει την έκβαση σε ιογενείς πνευμονίες όπως είναι αυτές που προκαλούνται από ιούς MERS, SARS και γρίπης, κάτι που αναμένεται λόγω της αρνητικής επίδρασής τους στην ανοσολογική απάντηση του οργανισμού.
Στην περίπτωση της COVID-19 είχαμε στην αρχή αντικρουόμενες πληροφορίες από κλινικές μελέτες για το αν τα κορτικοστεροειδή ωφελούν ή βλάπτουν και την οριστική λύση έδωσε η μελέτη RECOVERY, όπου το ευεργετικό αποτέλεσμα των κορτικοστεροειδών φάνηκε μόνο όταν χορηγήθηκαν στην έναρξη των ενδείξεων ARDS, δηλαδή όταν ο ασθενής χρειάσθηκε χορήγηση οξυγόνου ή μηχανική υποστήριξη της αναπνοής.
Υπάρχουν και άλλες μελέτες, στην οποία αποδεικνύεται ότι ο SARS-CoV-2 ενδέχεται να προκαλεί μετά από 5-8 ημέρες μια «γενικευμένη φλεγμονώδη υπεραντίδραση», η οποία εκτός του πνευμονικού παρεγχύματος προκαλεί βλάβες σε πολλά όργανα και συστήματα, η οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε θάνατο, αλλά και σε μόνιμες δυσλειτουργίες ακόμη και στις περιπτώσεις επιβίωσης.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται η αναγκαιότητα χορήγησης κορτικοστεροειδών και οι θεράποντες ιατροί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί για το χρόνο έναρξης της χορήγησης αυτών. (Βλ. και σχετικές οδηγίες [2])
Η διάρκεια χορήγησης των φαρμάκων αυτών καθορίζεται γενικά σε 6 έως 10 ημέρες.
Μεγαλύτερη χρονική παράταση της χορήγησης δεξαμεθαζόνης μπορεί να οδηγήσει σε υπεργλυκαιμία (κατεξοχήν σε διαβητικούς ασθενείς), σε ευκαιριακές δευτεροπαθείς λοιμώξεις, σε επανενεργοποίηση ιογενών λοιμώξεων (π.χ. ηπατίτιδας ή από ερπητοϊούς), σε ψυχιατρική συμπτωματολογία ή σε ίσχαιμη νέκρωση.
… … …
Αναφορές
[2] https://www.covid19treatmentguidelines.nih.gov/therapeutic-management/